Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
panoramic
01
πανοραμικός, περιεκτικός
wide-ranging and comprehensive
Παραδείγματα
The panoramic scope of the novel spanned multiple generations and continents.
Το πανοραμικό εύρος του μυθιστορήματος κάλυψε πολλές γενιές και ηπείρους.
02
πανοραμικός, παρέχοντας πανοραμική θέα
providing or capturing an extensive view of a scene or area
Παραδείγματα
The panoramic camera feature on her phone allowed her to capture wide-angle shots.
Η λειτουργία πανοραμικής κάμερας στο τηλέφωνό της της επέτρεψε να καταγράφει ευρεία γωνία.



























