panicked
pa
ˈpæ
nicked
nɪkt
nikt
panicled

Ορισμός και σημασία του "panicked"στα αγγλικά

01

πανικόβλητος, τρομαγμένος

experiencing sudden and overwhelming fear or anxiety 
panicked definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most panicked
συγκριτικός βαθμός
more panicked
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The panicked screams echoed through the building as people rushed to evacuate during the fire alarm. 

Οι πανικόβλητες κραυγές ηχούσαν στο κτίριο καθώς οι άνθρωποι έτρεχαν να εκκενώσουν κατά τη διάρκεια του συναγερμού πυρκαγιάς.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store