panicky
pa
ˈpæ
ni
ni
cky
ki
ki

Ορισμός και σημασία του "panicky"στα αγγλικά

01

πανικόβλητος, που έχει πανικοληθεί

having a sudden rush of intense fear or anxiety that disrupts calm thinking or behavior 
panicky definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most panicky
συγκριτικός βαθμός
more panicky
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She felt panicky when the elevator suddenly stopped between floors. 

Αισθάνθηκε πανικό όταν το ασανσέρ σταμάτησε ξαφνικά ανάμεσα στους ορόφους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store