Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
panicky
01
πανικόβλητος, που έχει πανικοληθεί
having a sudden rush of intense fear or anxiety that disrupts calm thinking or behavior
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most panicky
συγκριτικός βαθμός
more panicky
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The pilot remained calm while the passengers became panicky.
Ο πιλότος παρέμεινε ήρεμος ενώ οι επιβάτες έγιναν πανικόβλητοι.



























