Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Palsy
01
παράλυση, πάρεση
an illness causing limitations in the functionality of a specific body part
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
palsies
Παραδείγματα
His facial muscles were affected by the palsy, causing a partial paralysis.
Οι μύες του προσώπου του επηρεάστηκαν από την παράλυση, προκαλώντας μερική παράλυση.
02
παράλυση, τρόμος
a condition of the muscles, in which a person experiences tremors all over their body or in specific body parts
Παραδείγματα
The doctor recommended medications and physical therapy to help manage the symptoms of the palsy.
Ο γιατρός συνέστησε φάρμακα και φυσικοθεραπεία για να βοηθήσει στη διαχείριση των συμπτωμάτων της παράλυσης.
to palsy
01
παραλύω, επηρεάζω με παράλυση
affect with palsy
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
palsy
γ΄ ενικό πρόσωπο
palsies
ενεστώτα μετοχή
palsying
απλός αόριστος
palsied
παθητική μετοχή
palsied



























