Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Palsy
01
παράλυση, πάρεση
an illness causing limitations in the functionality of a specific body part
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Her palsy caused a noticeable drooping of one side of her face, affecting her smile.
Η παράλυση της προκάλεσε μια αισθητή πτώση της μιας πλευράς του προσώπου της, επηρεάζοντας το χαμόγελό της.
02
παράλυση, τρόμος
a condition of the muscles, in which a person experiences tremors all over their body or in specific body parts
Παραδείγματα
The musician 's palsy made it challenging for her to play instruments with precision.
Η παράλυση του μουσικού έκανε δύσκολο για αυτήν να παίζει όργανα με ακρίβεια.
to palsy
01
παραλύω, επηρεάζω με παράλυση
affect with palsy
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
palsy
γ΄ ενικό πρόσωπο
palsies
ενεστώτα μετοχή
palsying
απλός αόριστος
palsied
παθητική μετοχή
palsied



























