Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
palpably
01
απλά, με απλό τρόπο
in a way that is capable of being touched, felt, or perceived physically
Παραδείγματα
The fur of the cat was palpably velvety as she stroked its back.
Το τρίχωμα της γάτας ήταν αισθητά βελούδινο καθώς χαϊδευε την πλάτη της.
02
αισθητά, εμφανώς
in a way that is easily noticeable
Παραδείγματα
The air was palpably charged with excitement as the crowd waited for the performer to take the stage.
Ο αέρας ήταν αισθητά γεμάτος ενθουσιασμό καθώς το πλήθος περίμενε τον ερμηνευτή να ανέβει στη σκηνή.



























