Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
palpable
01
απτός, αντιληπτός
capable of being physically sensed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most palpable
συγκριτικός βαθμός
more palpable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her heartbeat was palpable against his chest.
Ο παλμός της καρδιάς της ήταν αισθητός στο στήθος του.
02
απτός, ευδιάκριτος
so obvious that it can be felt
Παραδείγματα
The sadness in her eyes was palpable as she spoke about her loss.
Η λύπη στα μάτια της ήταν αισθητή ενώ μιλούσε για την απώλειά της.



























