palpable
pal
ˈpæl
pāl
pa
ble
bəl
bēl
palatablepassablepackable

Ορισμός και σημασία του "palpable"στα αγγλικά

01

απτός, αντιληπτός

capable of being physically sensed 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most palpable
συγκριτικός βαθμός
more palpable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The lump on his arm was palpable, even through the fabric. 

Ο όγκος στο χέρι του ήταν απτός, ακόμα και μέσα από το ύφασμα.

02

απτός, ευδιάκριτος

so obvious that it can be felt 
Παραδείγματα
The tension in the room was palpable, making everyone uneasy. 

Η ένταση στο δωμάτιο ήταν αισθητή, κάνοντας όλους να νιώθουν ανήσυχοι.

Λεξικό Δέντρο

impalpable
palpability
palpably
palpable
palp
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store