palooka
pa
πα
loo
ˈlu:
λου
ka
κα

Ορισμός και σημασία του "palooka"στα αγγλικά

01

αδέξιος, ατσούμπαλος

a clumsy, stupid, or incompetent person 
Dialectamerican flagAmerican
palooka definition and meaning
ανεπίσημο
Παραδείγματα
The big palooka tripped over his own feet trying to dance. 

Ο μεγάλος παλούκας σκόνταψε στα δικά του πόδια προσπαθώντας να χορέψει.

02

ένας δευτεροκλασάτος πυγμάχος, ένας μέτριος πυγμάχος

a second-rate prize fighter 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
palookas

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store