palmy
Pronunciation
/pˈɑːmi/

Ορισμός και σημασία του "palmy"στα αγγλικά

01

άνθισμένος, ευημερούσα

describing a period or situation that is flourishing, prosperous, or thriving, often characterized by success and growth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
palmiest
συγκριτικός βαθμός
palmier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The golden age of the empire was a palmy era of cultural and economic prosperity.
Η χρυσή εποχή της αυτοκρατορίας ήταν μια ανθισμένη εποχή πολιτιστικής και οικονομικής ευημερίας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store