Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pallium
01
πάλλιο, pallium (στρογγυλό κομμάτι ύφασμα)
a circular band of cloth worn by high-ranking clergy over their chasuble as a symbol of their authority
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pallia



























