painkiller
Pronunciation
/ˈpeɪnˌkɪɫɝ/

Ορισμός και σημασία του "painkiller"στα αγγλικά

01

παυσίπονο, αναλγητικό

a type of medicine that is used to reduce or relieve pain
painkiller definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
painkillers
Παραδείγματα
He relied on a painkiller to cope with chronic pain from his condition.
Βασίστηκε σε ένα παυσίπονο για να αντιμετωπίσει τον χρόνιο πόνο από την κατάστασή του.

Λεξικό Δέντρο

painkiller

pain

+

killer

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store