Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to aver
01
διισχυρίζομαι, δηλώνω
to confidently state or declare something as true
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
aver
γ΄ ενικό πρόσωπο
avers
ενεστώτα μετοχή
averring
απλός αόριστος
averred
παθητική μετοχή
averred
Παραδείγματα
By next week, she will have averred the effectiveness of the new approach.
Μέχρι την επόμενη εβδομάδα, θα έχει βεβαιώσει την αποτελεσματικότητα της νέας προσέγγισης.
02
διισχυρίζομαι, επιβεβαιώνω
to confirm a statement or claim with evidence or justification
Παραδείγματα
The lawyer averred his client's innocence by presenting compelling evidence.
Ο δικηγόρος επιβεβαίωσε την αθωότητα του πελάτη του παρουσιάζοντας πειστικά στοιχεία.
Λεξικό Δέντρο
averment
aversive
aver



























