Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
averse
01
απρόθυμος, αντίθετος
strongly opposed to something
Παραδείγματα
I ’m not averse to trying new activities, but I prefer something low-key.
Δεν είμαι αντίθετος στο να δοκιμάζω νέες δραστηριότητες, αλλά προτιμώ κάτι πιο ήρεμο.



























