averse
a
ə
α
verse
ˈvɜrs
βερρσ
/ɐvˈɜːs/

Ορισμός και σημασία του "averse"στα αγγλικά

01

απρόθυμος, αντίθετος

strongly opposed to something
Παραδείγματα
I ’m not averse to trying new activities, but I prefer something low-key.
Δεν είμαι αντίθετος στο να δοκιμάζω νέες δραστηριότητες, αλλά προτιμώ κάτι πιο ήρεμο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store