packrat
pack
ˈpæk
pāk
rat
ræt
rāt

Ορισμός και σημασία του "packrat"στα αγγλικά

01

συσσωρευτής, ψυχαναγκαστικός συλλέκτης

a person who compulsively saves and accumulates unnecessary items 
packrat definition and meaning
αποδοκιμαστικό
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
packrats
Παραδείγματα
Every drawer is full because he's a packrat. 

Κάθε συρτάρι είναι γεμάτο γιατί είναι συλλέκτης.

Λεξικό Δέντρο

packrat

pack

+

rat

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store