Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Packman
01
γυρολόγος, πλανόδιος πωλητής
someone who travels about selling his wares (as on the streets or at carnivals)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
packmen
αρσενικό ενικό
packman
θηλυκό ενικό
packwoman
neutral form
peddler



























