Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pacify
01
κατευνάζω, ηρεμώ
to calm someone who is angry or nervous
Transitive: to pacify sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pacify
γ΄ ενικό πρόσωπο
pacifies
ενεστώτα μετοχή
pacifying
απλός αόριστος
pacified
παθητική μετοχή
pacified
Παραδείγματα
He tried to pacify the angry crowd with promises of reform.
Προσπάθησε να κατευνάσει το θυμωμένο πλήθος με υποσχέσεις για μεταρρυθμίσεις.
02
κατευνάζω, ηρεμώ
to take action against violence in order to bring peace
Transitive: to pacify a violent situation
Παραδείγματα
The mediator sought to pacify the dispute before it escalated further.
Ο μεσολαβητής επιχείρησε να κατευνάσει τη διαμάχη πριν κλιμακωθεί περαιτέρω.
Λεξικό Δέντρο
pacifier
pacify
pacific



























