to pacify
pa
ˈpæ
ci
si
fy
faɪ
fai
gasifyclassifydeclassify

Ορισμός και σημασία του "pacify"στα αγγλικά

to pacify
01

κατευνάζω, ηρεμώ

to calm someone who is angry or nervous 
Transitive: to pacify sb
to pacify definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pacify
γ΄ ενικό πρόσωπο
pacifies
ενεστώτα μετοχή
pacifying
απλός αόριστος
pacified
παθητική μετοχή
pacified
Παραδείγματα
The mother tried to pacify her crying baby by rocking him gently. 

Η μητέρα προσπάθησε να κατευνάσει το κλαίοντα μωρό της κουνώντας το απαλά.

02

κατευνάζω, ηρεμώ

to take action against violence in order to bring peace 
Transitive: to pacify a violent situation
Παραδείγματα
UN negotiators tirelessly worked to pacify the border dispute and prevent another brutal war. 

Οι διαπραγματευτές του ΟΗΕ εργάστηκαν ακούραστα για να κατευνάσουν τη συνοριακή διαμάχη και να αποτρέψουν έναν ακόμη βίαιο πόλεμο.

Λεξικό Δέντρο

pacifier
pacify
pacific
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store