Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pacify
01
κατευνάζω, ηρεμώ
to calm someone who is angry or nervous
Transitive: to pacify sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pacify
γ΄ ενικό πρόσωπο
pacifies
ενεστώτα μετοχή
pacifying
απλός αόριστος
pacified
παθητική μετοχή
pacified
Παραδείγματα
The mother tried to pacify her crying baby by rocking him gently.
Η μητέρα προσπάθησε να κατευνάσει το κλαίοντα μωρό της κουνώντας το απαλά.
02
κατευνάζω, ηρεμώ
to take action against violence in order to bring peace
Transitive: to pacify a violent situation
Παραδείγματα
UN negotiators tirelessly worked to pacify the border dispute and prevent another brutal war.
Οι διαπραγματευτές του ΟΗΕ εργάστηκαν ακούραστα για να κατευνάσουν τη συνοριακή διαμάχη και να αποτρέψουν έναν ακόμη βίαιο πόλεμο.
Λεξικό Δέντρο
pacifier
pacify
pacific



























