pacifist
pa
ˈpæ
ci
si
fist
fɪst
fist
pacificist

Ορισμός και σημασία του "pacifist"στα αγγλικά

01

ειρηνιστικός, αντιπολεμικός

opposed to war 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most pacifist
συγκριτικός βαθμός
more pacifist
διαβαθμίσιμο
01

πασιφιστής

an individual who is against war and violence as a way to settle disagreements or conflicts 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pacifists
Παραδείγματα
As a pacifist, she refused to participate in any form of military action. 

Ως ειρηνιστής, αρνήθηκε να συμμετάσχει σε οποιαδήποτε μορφή στρατιωτικής δράσης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store