owlet
Pronunciation
/ˈaʊlət/

Ορισμός και σημασία του "owlet"στα αγγλικά

01

νεοσσός κουκουβάγιας, μικρή κουκουβάγια

a newly-hatched owl
owlet definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
owlets
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store