owl
owl
aʊl
awl
foulafoulbefoul

Ορισμός και σημασία του "owl"στα αγγλικά

01

κουκουβάγια, γλαύκα

a type of bird with a round face, large eyes and a loud call that hunts smaller animals mainly during the night 
owl definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
owls
Παραδείγματα
Owls are known for their exceptional night vision, enabling them to hunt effectively in low light conditions. 

Οι κουκουβάγιες είναι γνωστές για την εξαιρετική νυχτερινή όρασή τους, που τους επιτρέπει να κυνηγούν αποτελεσματικά σε συνθήκες χαμηλού φωτισμού.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

owlish
owl
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store