Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Oviduct
01
ωοθήκη, σαλπίγγιο
(anatomy) each of the pair of tubes in the female body through which eggs pass to the ovary
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
oviducts



























