overweight
Pronunciation
/ˌoʊvɚˈweɪt/

Ορισμός και σημασία του "overweight"στα αγγλικά

overweight
01

υπέρβαρος, πολύ παχύς

weighing more than what is considered healthy or desirable for one's body size and build
overweight definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most overweight
συγκριτικός βαθμός
more overweight
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Many people struggle with losing weight once they become overweight due to unhealthy eating habits.
Πολλοί άνθρωποι αγωνίζονται να χάσουν βάρος μόλις γίνουν υπέρβαροι λόγω ανθυγιεινών διατροφικών συνηθειών.
01

υπερβολικό βάρος, παχυσαρκία

the property of excessive fatness
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store