overweight
o
ˈəʊ
εου
ver
βα
weight
weɪt
ουειτ
oversightovernightoverflight

Ορισμός και σημασία του "overweight"στα αγγλικά

overweight
01

υπέρβαρος, πολύ παχύς

weighing more than what is considered healthy or desirable for one's body size and build 
overweight definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most overweight
συγκριτικός βαθμός
more overweight
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
health, body, weight
Παραδείγματα
John is overweight because he eats large portions and rarely exercises. 

Ο Τζον είναι υπέρβαρος επειδή τρώει μεγάλες μερίδες και σπάνια ασκείται.

01

υπερβολικό βάρος, παχυσαρκία

the property of excessive fatness 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store