Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to overtax
01
επιβαρύνω με βαριά φορολογία, επιβάλλω βαριά φορολογία
to impose a heavy tax on something or someone
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
overtax
γ΄ ενικό πρόσωπο
overtaxes
ενεστώτα μετοχή
overtaxing
απλός αόριστος
overtaxed
παθητική μετοχή
overtaxed
Παραδείγματα
The new policy threatens to overtax middle-income families, who are already struggling with rising costs.
Η νέα πολιτική απειλεί να υπερφορολογήσει τις μεσοαστικές οικογένειες, οι οποίες ήδη αγωνίζονται με την αύξηση του κόστους.
Λεξικό Δέντρο
overtax
tax



























