Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to overtax
01
επιβαρύνω με βαριά φορολογία, επιβάλλω βαριά φορολογία
to impose a heavy tax on something or someone
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
overtax
γ΄ ενικό πρόσωπο
overtaxes
ενεστώτα μετοχή
overtaxing
απλός αόριστος
overtaxed
παθητική μετοχή
overtaxed
Παραδείγματα
The city 's aging infrastructure is overtaxed by the increasing population, leading to frequent service disruptions.
Η γηρασμένη υποδομή της πόλης είναι υπερφορτωμένη από τον αυξανόμενο πληθυσμό, οδηγώντας σε συχνές διακοπές υπηρεσιών.
Λεξικό Δέντρο
overtax
tax



























