Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to overstate
01
υπερβάλλω, υπερεκτιμώ
to describe something in a way that makes it seem more important or extreme than it really is
Transitive: to overstate sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
overstate
γ΄ ενικό πρόσωπο
overstates
ενεστώτα μετοχή
overstating
απλός αόριστος
overstated
παθητική μετοχή
overstated
Παραδείγματα
The job applicant was cautioned not to overstate their experience on the resume.
Ο υποψήφιος εργασίας προειδοποιήθηκε να μην υπερβάλλει την εμπειρία του στο βιογραφικό.
Λεξικό Δέντρο
overstate
state



























