overskirt
o
ˈəʊ
ew
ver
skirt
skɜ:t
skēt

Ορισμός και σημασία του "overskirt"στα αγγλικά

01

επίσκεψη φούστα, ξεχωριστό στρώμα ρούχου που φοριέται πάνω από μια φούστα

a separate layer of garment worn over a skirt, typically made of lace, tulle, or silk 
overskirt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
overskirts

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

overskirt
skirt
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store