Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Overskirt
01
επίσκεψη φούστα, ξεχωριστό στρώμα ρούχου που φοριέται πάνω από μια φούστα
a separate layer of garment worn over a skirt, typically made of lace, tulle, or silk
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
overskirts
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
overskirt
skirt



























