Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to overshadow
01
επισκιάζω, σκιάζω
to cause a person or thing to come across as less significant
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
overshadow
γ΄ ενικό πρόσωπο
overshadows
ενεστώτα μετοχή
overshadowing
απλός αόριστος
overshadowed
παθητική μετοχή
overshadowed
Παραδείγματα
The new skyscraper 's modern design overshadowed the historic buildings in the city skyline.
Το μοντέρνο σχέδιο του νέου ουρανοξύστη επισκίασε τα ιστορικά κτίρια στο ορίζοντα της πόλης.
02
σκιάζω, ρίχνω σκιά σε
to cast a shadow over something, partially or fully blocking light
Παραδείγματα
The hill overshadowed the village in the valley.
Ο λόφος σκίαζε το χωριό στην κοιλάδα.
03
σκοτεινιάζω, επισκιάζω
to cast gloom, dampen mood, or reduce brightness, hope, or joy
Παραδείγματα
The dark clouds overshadowed their picnic.
Τα σκοτεινά σύννεφα σκίασαν το πικνίκ τους.
Λεξικό Δέντρο
overshadow
shadow



























