Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to overrun
01
κατακλύζω, επιτίθεμαι
to invade or overwhelm with a large number, surpassing defenses
Transitive: to overrun a place
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
overrun
γ΄ ενικό πρόσωπο
overruns
ενεστώτα μετοχή
overrunning
απλός αόριστος
overran
παθητική μετοχή
overrun
Παραδείγματα
The enemy forces attempted to overrun the border, catching the defenders off guard.
Οι εχθρικές δυνάμεις προσπάθησαν να κατακλύσουν τα σύνορα, πιάνοντας τους υπερασπιστές απροετοίμαστους.
02
εξαπλώνομαι, υπερβαίνω
to move beyond a boundary or limit, often in an uncontrolled way
Transitive: to overrun an area or limit
Παραδείγματα
The vines overran the garden, covering the walls and pathways.
Οι κλήματα κατέκλυσαν τον κήπο, καλύπτοντας τους τοίχους και τα μονοπάτια.
03
κατακτώ, πλημμυρίζω
to win against and take the place of someone or something
Transitive: to overrun an opponent or their position
Παραδείγματα
The soldiers overran the opposing forces, occupying their trenches and outposts.
Οι στρατιώτες κατέκλυσαν τις αντίπαλες δυνάμεις, καταλαμβάνοντας τα χαρακώματα και τα φυλάκιά τους.
04
ξεχειλίζω, πλημμυρίζω
to spill or flow over the edges or boundaries of something
Transitive: to overrun a limit or brim
Παραδείγματα
The river overran its banks, flooding the surrounding fields.
Ο ποταμός ξεχείλισε από τις όχθες του, πλημμυρίζοντας τα γύρω χωράφια.
Overrun
01
υπερπαραγωγή, πλεόνασμα
too much production or more than expected
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
overruns
Λεξικό Δέντρο
overrun
run



























