Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to overrule
01
ακυρώνω, αναιρώ
to use one's official or political authority to change or reject a previously made decision
Transitive: to overrule a decision
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
overrule
γ΄ ενικό πρόσωπο
overrules
ενεστώτα μετοχή
overruling
απλός αόριστος
overruled
παθητική μετοχή
overruled
Παραδείγματα
The appellate court decided to overrule the lower court's decision and grant a new trial.
Το εφετείο αποφάσισε να αναιρέσει την απόφαση του κατώτερου δικαστηρίου και να χορηγήσει μια νέα δίκη.



























