Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to overreach
01
υπερβαίνω τα όρια, καταχρώμαι την εξουσία μου
to go beyond limits of one's power or authority, often resulting in negative consequences or failure
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
overreach
γ΄ ενικό πρόσωπο
overreaches
ενεστώτα μετοχή
overreaching
απλός αόριστος
overreached
παθητική μετοχή
overreached
Παραδείγματα
He overreached himself by taking on too many responsibilities, leading to burnout and decreased performance.
Υπερβήθηκε παίρνοντας πολλές ευθύνες, οδηγώντας σε εξάντληση και μείωση της απόδοσης.
02
ξεπεράσω με πονηριά και ευφυΐα, νικώ με την ευφυΐα
beat through cleverness and wit
Λεξικό Δέντρο
overreaching
overreach
reach



























