Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Overproduction
01
υπερπαραγωγή, υπερβολική παραγωγή
the act of generating something in an excessive amount
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
overproduction
production
product



























