overproduction
o
ˌəʊ
εου
ver
βα
pro
prə
πρα
duc
ˈdʌk
ντακ
tion
ʃən
σαν
overprotection

Ορισμός και σημασία του "overproduction"στα αγγλικά

Overproduction
01

υπερπαραγωγή, υπερβολική παραγωγή

the act of generating something in an excessive amount 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

overproduction
production
product
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store