autopsy
au
ˈɔ:
aw
top
tɒp
top
sy
ˌsi
si

Ορισμός και σημασία του "autopsy"στα αγγλικά

01

αυτοψία, μετά θάνατον εξέταση

an examination of a deceased person's organs to determine the cause of death 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
autopsies
Παραδείγματα
Autopsies are crucial for investigating and determining the cause of death. 

Οι αυτοψίες είναι κρίσιμες για τη διερεύνηση και τον προσδιορισμό του αίτιου του θανάτου.

to autopsy
01

αυτοψία, πραγματοποιώ αυτοψία

perform an autopsy on a dead body; do a post-mortem 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
autopsy
γ΄ ενικό πρόσωπο
autopsies
ενεστώτα μετοχή
autopsying
απλός αόριστος
autopsied
παθητική μετοχή
autopsied
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store