to overindulge
o
əʊ
ew
ver
in
ɪn
in
dulge
dʌlʤ
dalj

Ορισμός και σημασία του "overindulge"στα αγγλικά

to overindulge
01

κατατρώω, τρώω υπερβολικά

overeat or eat immodestly; make a pig of oneself 
to overindulge definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
overindulge
γ΄ ενικό πρόσωπο
overindulges
ενεστώτα μετοχή
overindulging
απλός αόριστος
overindulged
παθητική μετοχή
overindulged
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store