Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to overexert
01
υπερκουράζομαι, κουράζομαι υπερβολικά
to strain or expend excessive physical or mental effort beyond one's capacity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
overexert
γ΄ ενικό πρόσωπο
overexerts
ενεστώτα μετοχή
overexerting
απλός αόριστος
overexerted
παθητική μετοχή
overexerted
Παραδείγματα
Long hours of studying before exams caused the student to overexert mentally, affecting concentration and performance.
Οι μεγάλες ώρες μελέτης πριν από τις εξετάσεις οδήγησαν τον μαθητή να υπερκουραστεί διανοητικά, επηρεάζοντας τη συγκέντρωση και την απόδοση.
Λεξικό Δέντρο
overexert
exert



























