Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to overexert
01
υπερκουράζομαι, κουράζομαι υπερβολικά
to strain or expend excessive physical or mental effort beyond one's capacity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
overexert
γ΄ ενικό πρόσωπο
overexerts
ενεστώτα μετοχή
overexerting
απλός αόριστος
overexerted
παθητική μετοχή
overexerted
Παραδείγματα
After the intense workout, he began to feel lightheaded, realizing he had overexerted himself at the gym.
Μετά την εντατική προπόνηση, άρχισε να νιώθει ζάλη, συνειδητοποιώντας ότι είχε κουραστεί υπερβολικά στο γυμναστήριο.
Λεξικό Δέντρο
overexert
exert



























