to overdraw
o
ˌəʊ
ew
ver
draw
ˈdrɔ:
draw

Ορισμός και σημασία του "overdraw"στα αγγλικά

to overdraw
01

υπερβάλλω, μεγαλοποιώ

to present something in a way that makes it seem larger, more extreme, or more important than it really is 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
overdraw
γ΄ ενικό πρόσωπο
overdraws
ενεστώτα μετοχή
overdrawing
απλός αόριστος
overdrew
παθητική μετοχή
overdrawn
Παραδείγματα
The author tends to overdraw characters' emotions for dramatic effect. 

Ο συγγραφέας τείνει να υπερβάλλει τα συναισθήματα των χαρακτήρων για δραματικό αποτέλεσμα.

02

υπερκαταβολή, καταναλώνω πάνω από το διαθέσιμο

to withdraw more money from a bank account than is available 
Παραδείγματα
He accidentally overdrew his account and had to pay a penalty fee. 

Κατά λάθος υπερέβη τον λογαριασμό του και έπρεπε να πληρώσει πρόστιμο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store