Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to overdraw
01
υπερβάλλω, μεγαλοποιώ
to present something in a way that makes it seem larger, more extreme, or more important than it really is
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
overdraw
γ΄ ενικό πρόσωπο
overdraws
ενεστώτα μετοχή
overdrawing
απλός αόριστος
overdrew
παθητική μετοχή
overdrawn
Παραδείγματα
The report overdraws the severity of the problem.
Η αναφορά υπερβάλλει τη σοβαρότητα του προβλήματος.
02
υπερκαταβολή, καταναλώνω πάνω από το διαθέσιμο
to withdraw more money from a bank account than is available
Παραδείγματα
He was worried that he might overdraw his account after making a large purchase.
Ανησυχούσε ότι μπορεί να υπερβεί το υπόλοιπο του λογαριασμού του μετά από μια μεγάλη αγορά.
Λεξικό Δέντρο
overdraw
draw



























