Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
overdone
01
υπερψημένος, υπερμαγειρεμένος
cooked or prepared excessively, resulting in an undesirable outcome
Παραδείγματα
The chicken was overdone, with the exterior charred and the interior dry.
Το κοτόπουλο ήταν υπερβολικά μαγειρεμένο, με το εξωτερικό καμένο και το εσωτερικό ξερό.
02
υπερβολικός, υπερεκτιμημένος
represented as greater than is true or reasonable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most overdone
συγκριτικός βαθμός
more overdone
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
overdone
done



























