Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Overcharge
01
υπερχρέωση, υπερβολική τιμή
a price that is too high
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
overcharges
to overcharge
01
χρεώνω υπερβολικά, ζητώ υπερβολική τιμή
to demand too high a price for goods or services
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
overcharge
γ΄ ενικό πρόσωπο
overcharges
ενεστώτα μετοχή
overcharging
απλός αόριστος
overcharged
παθητική μετοχή
overcharged
Παραδείγματα
She felt that the mechanic tried to overcharge her for the repairs.
Αισθάνθηκε ότι ο μηχανικός προσπάθησε να της χρεώσει υπερβολικά για τις επισκευές.
02
υπερφορτώνω, φορτώνω υπερβολικά
place too much a load on
Λεξικό Δέντρο
overcharge
charge



























