overcharge
o
ˈəʊ
ew
ver
charge
ˌʧɑ:ʤ
chaaj
overlarge

Ορισμός και σημασία του "overcharge"στα αγγλικά

01

υπερχρέωση, υπερβολική τιμή

a price that is too high 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
overcharges
to overcharge
01

χρεώνω υπερβολικά, ζητώ υπερβολική τιμή

to demand too high a price for goods or services 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
overcharge
γ΄ ενικό πρόσωπο
overcharges
ενεστώτα μετοχή
overcharging
απλός αόριστος
overcharged
παθητική μετοχή
overcharged
Παραδείγματα
She felt that the mechanic tried to overcharge her for the repairs. 

Αισθάνθηκε ότι ο μηχανικός προσπάθησε να της χρεώσει υπερβολικά για τις επισκευές.

02

υπερφορτώνω, φορτώνω υπερβολικά

place too much a load on 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store