ouzo
ou
ˈu:
ου
zo
zoʊ
ζου
/ˈuːzə‍ʊ/

Ορισμός και σημασία του "ouzo"στα αγγλικά

01

ούζο

an anise-flavored liqueur that is popular in Greece and Cyprus
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ouzos
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store