Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ouzo
01
ούζο
an anise-flavored liqueur that is popular in Greece and Cyprus
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
ouzos
LanGeek



























