Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
outspoken
Παραδείγματα
The outspoken activist fearlessly spoke out against social injustices, rallying others to join the cause.
Ο ειλικρινής ακτιβιστής μίλησε ατρόμητα ενάντια στις κοινωνικές αδικίες, συγκεντρώνοντας άλλους να ενωθούν στο σκοπό.
02
ειλικρινής, άμεσος
given to expressing yourself freely or insistently
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most outspoken
συγκριτικός βαθμός
more outspoken
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
outspokenly
outspokenness
outspoken
out
spoken



























