Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to outsource
01
αποδιώκω, εξωτερικεύω
to get goods or services from an external supplier or assign specific tasks to an outside entity rather than handling them internally
Transitive: to outsource a process or service
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
outsource
γ΄ ενικό πρόσωπο
outsources
ενεστώτα μετοχή
outsourcing
απλός αόριστος
outsourced
παθητική μετοχή
outsourced
Παραδείγματα
Many companies choose to outsource customer support to specialized call centers.
Πολλές εταιρείες επιλέγουν να αναθέτουν την υποστήριξη πελατών σε εξειδικευμένα κέντρα επικοινωνίας.
Λεξικό Δέντρο
outsourcing
outsource
out
source



























