outsole
out
ˈaʊt
awt
sole
səʊl
sewl
condolecontrolparolepatrol

Ορισμός και σημασία του "outsole"στα αγγλικά

01

εξωτερίκες σόλας, ανθεκτική σόλα

the outermost layer of a shoe's sole, designed to provide durability, traction, and protection 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
outsoles
Παραδείγματα
The hiking boots feature a rugged outsole to ensure grip on rocky terrain. 

Τα παπούτσια πεζοπορίας διαθέτουν έναν ανθεκτικό εξώτερο πέλμα για να εξασφαλίζουν την πρόσφυση σε βραχώδη εδάφη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

outsole

out

+

sole

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store