outreach
out
ˈaʊt
awt
reach
ri:ʧ
rich

Ορισμός και σημασία του "outreach"στα αγγλικά

01

προσέγγιση, κοινωνική υπηρεσία

the act of helping or offering services to people who are unlikely to receive it in the normal way 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
outreaches
Παραδείγματα
She manages a team that provides mobile outreach services to isolated rural areas. 

Διαχειρίζεται μια ομάδα που παρέχει υπηρεσίες προσέγγισης με κινητά μέσα σε απομονωμένες αγροτικές περιοχές.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

outreach

out

+

reach

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store