outre
out
ˈu:t
oot
re
reɪ
rei
outer
outré

Ορισμός και σημασία του "outre"στα αγγλικά

01

εκκεντρικός

strikingly unusual in a way that goes beyond the usual bounds of taste or style 
outre definition and meaning
αποδοκιμαστικό
επίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most outre
συγκριτικός βαθμός
more outre
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The fashion designer's outre collection featured avant-garde designs that challenged traditional concepts of clothing. 

Η συλλογή outre του σχεδιαστή μόδας παρουσίασε πρωτοποριακά σχέδια που αμφισβήτησαν τις παραδοσιακές έννοιες των ρούχων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store