Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to outpace
01
ξεπεράσω, υπερβαίνω
to surpass, exceed, or move faster than someone or something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
outpace
γ΄ ενικό πρόσωπο
outpaces
ενεστώτα μετοχή
outpacing
απλός αόριστος
outpaced
παθητική μετοχή
outpaced
Παραδείγματα
Advances in medical research are critical to outpace the spread of emerging diseases.
Οι προόδους στην ιατρική έρευνα είναι κρίσιμες για να ξεπεράσουν την εξάπλωση των νέων ασθενειών.
Λεξικό Δέντρο
outpace
out
pace



























