to outpace
out
aʊt
awt
pace
ˈpeɪs
peis
outface

Ορισμός και σημασία του "outpace"στα αγγλικά

to outpace
01

ξεπεράσω, υπερβαίνω

to surpass, exceed, or move faster than someone or something 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
outpace
γ΄ ενικό πρόσωπο
outpaces
ενεστώτα μετοχή
outpacing
απλός αόριστος
outpaced
παθητική μετοχή
outpaced
Παραδείγματα
The technology sector continues to outpace other industries in terms of innovation. 

Ο τομέας της τεχνολογίας συνεχίζει να προσπερνά άλλες βιομηχανίες σε ό,τι αφορά την καινοτομία.

Λεξικό Δέντρο

outpace

out

+

pace

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store