Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to outpace
01
ξεπεράσω, υπερβαίνω
to surpass, exceed, or move faster than someone or something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
outpace
γ΄ ενικό πρόσωπο
outpaces
ενεστώτα μετοχή
outpacing
απλός αόριστος
outpaced
παθητική μετοχή
outpaced
Παραδείγματα
The technology sector continues to outpace other industries in terms of innovation.
Ο τομέας της τεχνολογίας συνεχίζει να προσπερνά άλλες βιομηχανίες σε ό,τι αφορά την καινοτομία.
Λεξικό Δέντρο
outpace
out
pace



























