to outpace
Pronunciation
/ˈaʊtˌpeɪs/

Ορισμός και σημασία του "outpace"στα αγγλικά

to outpace
01

ξεπεράσω, υπερβαίνω

to surpass, exceed, or move faster than someone or something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
outpace
γ΄ ενικό πρόσωπο
outpaces
ενεστώτα μετοχή
outpacing
απλός αόριστος
outpaced
παθητική μετοχή
outpaced
Παραδείγματα
Advances in medical research are critical to outpace the spread of emerging diseases.
Οι προόδους στην ιατρική έρευνα είναι κρίσιμες για να ξεπεράσουν την εξάπλωση των νέων ασθενειών.

Λεξικό Δέντρο

outpace

out

+

pace

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store