Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
outmost
01
ο πιο απομακρυσμένος, ο πιο ακραίος
referring to the furthest or most extreme point or position in space
Παραδείγματα
The lighthouse stands on the outmost tip of the island, guiding ships safely to shore.
Ο φάρος στέκεται στην απώτατη άκρη του νησιού, καθοδηγώντας τα πλοία με ασφάλεια στην ακτή.
Λεξικό Δέντρο
outmost
out
most



























