Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
outmoded
01
παρωχημένος, ξεπερασμένος
outdated and no longer considered modern or relevant
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most outmoded
συγκριτικός βαθμός
more outmoded
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The outmoded software was slow and incompatible with the new systems being introduced.
Το παρωχημένο λογισμικό ήταν αργό και ασύμβατο με τα νέα συστήματα που εισάγονταν.
Λεξικό Δέντρο
outmoded
outmode
out
mode



























