outmoded
Pronunciation
/ˌaʊtˈmoʊdɪd/

Ορισμός και σημασία του "outmoded"στα αγγλικά

01

παρωχημένος, ξεπερασμένος

outdated and no longer considered modern or relevant
outmoded definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most outmoded
συγκριτικός βαθμός
more outmoded
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The outmoded software was slow and incompatible with the new systems being introduced.
Το παρωχημένο λογισμικό ήταν αργό και ασύμβατο με τα νέα συστήματα που εισάγονταν.

Λεξικό Δέντρο

outmoded
outmode

out

+

mode

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store