outlying
out
ˈaʊt
awt
lying
ˌlaɪɪng
laiing
outgoing

Ορισμός και σημασία του "outlying"στα αγγλικά

01

απομακρυσμένος, περιφερειακός

far from the center or main areas 
outlying definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most outlying
συγκριτικός βαθμός
more outlying
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The outlying islands are known for their pristine beaches and untouched landscapes. 

Τα απομακρυσμένα νησιά είναι γνωστά για τις παρθένες παραλίες και τα ανέγγιχτα τοπία τους.

Λεξικό Δέντρο

outlying

out

+

lying

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store