outlying
out
ˈaʊt
αουτ
lying
ˌlaɪɪng
λαιινγκ
British pronunciation
/a‍ʊtlˈa‍ɪɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "outlying"στα αγγλικά

01

απομακρυσμένος, περιφερειακός

far from the center or main areas
outlying definition and meaning
example
Παραδείγματα
The outlying neighborhoods experience less traffic and congestion.
Οι απομακρυσμένες γειτονιές βιώνουν λιγότερη κίνηση και συμφόρηση.

Λεξικό Δέντρο

outlying

out

+

lying

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store