Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
outlying
01
απομακρυσμένος, περιφερειακός
far from the center or main areas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most outlying
συγκριτικός βαθμός
more outlying
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The outlying islands are known for their pristine beaches and untouched landscapes.
Τα απομακρυσμένα νησιά είναι γνωστά για τις παρθένες παραλίες και τα ανέγγιχτα τοπία τους.
Λεξικό Δέντρο
outlying
out
lying



























