Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to outlay
01
δαπανώ, επενδύω
to spend or invest money or resources for a particular purpose
Transitive: to outlay money or resources
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
outlay
γ΄ ενικό πρόσωπο
outlays
ενεστώτα μετοχή
outlaying
απλός αόριστος
outlaid
παθητική μετοχή
outlaid
Παραδείγματα
Over the years, governments have successfully outlaid budgets for essential services.
Με τα χρόνια, οι κυβερνήσεις έχουν δαπανήσει με επιτυχία προϋπολογισμούς για βασικές υπηρεσίες.
Outlay
01
δαπάνη, επένδυση
the expenditure of money for a particular purpose
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
outlays
Παραδείγματα
Government outlay on infrastructure has risen steadily.
Οι δαπάνες της κυβέρνησης για υποδομές έχουν αυξηθεί σταθερά.
02
δαπάνη, επένδυση
the sum of money spent
Παραδείγματα
Investors assessed the outlay before funding the venture.
Οι επενδυτές αξιολόγησαν τις δαπάνες πριν χρηματοδοτήσουν την επιχείρηση.
Λεξικό Δέντρο
outlay
out
lay



























