Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to outlay
01
δαπανώ, επενδύω
to spend or invest money or resources for a particular purpose
Transitive: to outlay money or resources
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
outlay
γ΄ ενικό πρόσωπο
outlays
ενεστώτα μετοχή
outlaying
απλός αόριστος
outlaid
παθητική μετοχή
outlaid
Παραδείγματα
The company decided to outlay funds for research and development to enhance product innovation.
Η εταιρεία αποφάσισε να δαπανήσει κεφάλαια για έρευνα και ανάπτυξη για να ενισχύσει την καινοτομία των προϊόντων.
Outlay
01
δαπάνη, επένδυση
the expenditure of money for a particular purpose
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
outlays
Παραδείγματα
The company's outlay on marketing increased this quarter.
Οι δαπάνες της εταιρείας για το μάρκετινγκ αυξήθηκαν αυτό το τρίμηνο.
02
δαπάνη, επένδυση
the sum of money spent
Παραδείγματα
The total outlay for the renovations was $50,000.
Το συνολικό δαπάνημα για τις ανακαινίσεις ήταν 50.000 $.
Λεξικό Δέντρο
outlay
out
lay



























