to outgrow
out
aʊt
awt
grow
ˈgrəʊ
grew
plateaugo-slowaproposundergo

Ορισμός και σημασία του "outgrow"στα αγγλικά

to outgrow
01

ξεπεράσω, μεγαλώνω πέρα από

to become too large, mature, or experienced for something 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
outgrow
γ΄ ενικό πρόσωπο
outgrows
ενεστώτα μετοχή
outgrowing
απλός αόριστος
outgrew
παθητική μετοχή
outgrown
Παραδείγματα
She had to buy new clothes as her children quickly began to outgrow their old ones. 

Έπρεπε να αγοράσει νέα ρούχα καθώς τα παιδιά της άρχισαν γρήγορα να ξεπεράζουν τα παλιά τους.

02

ξεπεράσω, μεγαλώνω γρηγορότερα από

to grow or develop more quickly or to a greater extent than something else 
Παραδείγματα
The small company quickly outgrew its original office space. 

Η μικρή εταιρεία γρήγορα ξεπεράστηκε από τον αρχικό της χώρο γραφείου.

Λεξικό Δέντρο

outgrow

out

+

grow

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store