Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to outgrow
01
ξεπεράσω, μεγαλώνω πέρα από
to become too large, mature, or experienced for something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
outgrow
γ΄ ενικό πρόσωπο
outgrows
ενεστώτα μετοχή
outgrowing
απλός αόριστος
outgrew
παθητική μετοχή
outgrown
Παραδείγματα
Over time, they will likely outgrow their initial fears and gain more confidence.
Με το πέρασμα του χρόνου, πιθανότατα θα ξεπεράσουν τους αρχικούς τους φόβους και θα αποκτήσουν περισσότερη αυτοπεποίθηση.
02
ξεπεράσω, μεγαλώνω γρηγορότερα από
to grow or develop more quickly or to a greater extent than something else
Παραδείγματα
The city 's population has outgrown its infrastructure, leading to traffic congestion.
Ο πληθυσμός της πόλης έχει ξεπεράσει τις υποδομές της, οδηγώντας σε κυκλοφοριακή συμφόρηση.
Λεξικό Δέντρο
outgrow
out
grow



























