Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
outgoing
Παραδείγματα
Her outgoing nature made her the life of the party, always bringing energy and laughter to social events.
Η κοινωνική της φύση την έκανε την ψυχή του πάρτι, πάντα φέρνοντας ενέργεια και γέλιο σε κοινωνικές εκδηλώσεις.
02
εξερχόμενος, αποχωρών
leaving a place or a position
03
αποχωρών, παραιτούμενος
retiring from a position or office
Λεξικό Δέντρο
outgoing
outgo



























