Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
outgoing
Παραδείγματα
Her outgoing nature made her the life of the party, always bringing energy and laughter to social events.
Η κοινωνική της φύση την έκανε την ψυχή του πάρτι, πάντα φέρνοντας ενέργεια και γέλιο σε κοινωνικές εκδηλώσεις.
02
αποχωρών, φεύγων
leaving a job, position, or place
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The outgoing train passengers hurried to the platform.
Οι επιβάτες του αναχωρούντος τρένου βιάστηκαν στην πλατφόρμα.
03
αποχωρών, παραιτούμενος
retiring from a position or office
Λεξικό Δέντρο
outgoing
outgo



























