outgoing
Pronunciation
/ˈaʊtˌɡoʊɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "outgoing"στα αγγλικά

01

κοινωνικός, εξωστρεφής

enjoying other people's company and social interactions
outgoing definition and meaning
Παραδείγματα
Her outgoing nature made her the life of the party, always bringing energy and laughter to social events.
Η κοινωνική της φύση την έκανε την ψυχή του πάρτι, πάντα φέρνοντας ενέργεια και γέλιο σε κοινωνικές εκδηλώσεις.
02

αποχωρών, φεύγων

leaving a job, position, or place
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The outgoing train passengers hurried to the platform.
Οι επιβάτες του αναχωρούντος τρένου βιάστηκαν στην πλατφόρμα.
03

αποχωρών, παραιτούμενος

retiring from a position or office

Λεξικό Δέντρο

outgoing
outgo
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store