outgoing
out
ˈaʊt
awt
going
ˌgəʊɪng
gewing
outlying

Ορισμός και σημασία του "outgoing"στα αγγλικά

01

κοινωνικός, εξωστρεφής

enjoying other people's company and social interactions 
outgoing definition and meaning
Παραδείγματα
The outgoing student eagerly participated in group activities and made friends easily. 

Ο κοινωνικός φοιτητής συμμετείχε με ενθουσιασμό σε ομαδικές δραστηριότητες και έκανε εύκολα φίλους.

02

αποχωρών, φεύγων

leaving a job, position, or place 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
most outgoing
συγκριτικός βαθμός
more outgoing
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The outgoing president gave a farewell speech. 

Ο αποχωρών πρόεδρος έδωσε έναν αποχαιρετιστήριο λόγο.

03

αποχωρών, παραιτούμενος

retiring from a position or office 

Λεξικό Δέντρο

outgoing
outgo
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store