Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to outflank
01
περικυκλώνω, υπερτερώ στρατηγικά
to gain an advantage over someone, especially by using a clever strategy
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
outflank
γ΄ ενικό πρόσωπο
outflanks
ενεστώτα μετοχή
outflanking
απλός αόριστος
outflanked
παθητική μετοχή
outflanked
Παραδείγματα
The company outflanked its rivals by launching a cheaper model.
Η εταιρεία ξεπέρασε τους ανταγωνιστές της με την κυκλοφορία ενός φθηνότερου μοντέλου.
02
περιβάλλω, πλαγιοκοπώ
to maneuver around the side of an enemy force, position, or defensive line in order to gain a tactical advantage
Παραδείγματα
The general devised a plan to outflank the enemy, sending a contingent of troops to attack from the rear.
Ο στρατηγός επινόησε ένα σχέδιο για να περιλάβει τον εχθρό, στέλνοντας ένα απόσπασμα στρατευμάτων να επιτεθεί από τα νώτα.



























