Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
outfitted
01
εξοπλισμένος, ντυμένος
being dressed or equipped in a particular way, typically for a specific activity or purpose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most outfitted
συγκριτικός βαθμός
more outfitted
διαβαθμίσιμο
02
εξοπλισμένος, εφοδιασμένος
furnished with essential equipment for a particular occupation or undertaking occupation



























